DECISIVE ROLE in Greek translation

[di'saisiv rəʊl]
[di'saisiv rəʊl]
αποφασιστικός ρόλος
decisive role
crucial role
καθοριστικός ρόλος
decisive role
crucial role
determinant role
determining role
critical role
αποφασιστικό ρόλο
decisive role
crucial role
καθοριστικό ρόλο
decisive role
crucial role
determinant role
determining role
critical role
σημαντικό ρόλο
important role
major role
significant role
crucial role
key role
vital role
prominent role
important part
notable role
considerable role
καίριο ρόλο
key role
crucial role
pivotal role
κρίσιμο ρόλο
crucial role
critical role
pivotal role
αποφασιστικού ρόλου
decisive role
crucial role
καθοριστικού ρόλου
decisive role
crucial role
determinant role
determining role
critical role

Examples of using Decisive role in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
At this point, data analytics assumes its decisive role.
Στο σημείο αυτό, ο τομέας της ανάλυσης δεδομένων καλείται να αναλάβει καθοριστικό ρόλο.
So, soils play a decisive role in climate change.
Επομένως, τα εδάφη διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην κλιματική αλλαγή.
Nutrition plays a decisive role.
Η διατροφή παίζει καθοριστικό ρόλο.
The Marxists can play a decisive role in such events.
Οι Πακιστανοί μαρξιστές μπορούν να παίξουν έναν αποφασιστικό ρόλο στις εξελίξεις.
The institutions play a decisive role.
Οι θεσμοί παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Monopoly capital played a decisive role.
Μονοπωλιακό κεφάλαιο έπαιζε αποφασιστικό ρόλο.
Small details will play a decisive role in the game.
Οι λεπτομέρειες θα παίξουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο στο παιχνίδι.
The Pakistan Marxists can play a decisive role in this.
Οι Πακιστανοί μαρξιστές μπορούν να παίξουν έναν αποφασιστικό ρόλο στις εξελίξεις.
This last bit seems to have played a decisive role.
Το τελευταίο ζήτημα μάλιστα φαίνεται να ήταν αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο.
Active participation and decisive role.
Ενεργή συμμετοχή και καθοριστικό ρόλο.
However; it can not play a decisive role.
Δεν μπορεί, όμως, να παίξει καθοριστικό ρόλο.
The navy did not play a decisive role in the conflict.
Πάντως ο στόλος αυτός δεν έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην εκστρατεία.
Trotsky played a decisive role in the victory and defense of the socialist revolution in Russia.
Ο Τρότσκι έπαιξε έναν αποφασιστικό ρόλο στη νίκη και την άμυνα της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία.
At the same time the volume plays a decisive role, which is usually necessary when baking cakes.
Ταυτόχρονα, ο όγκος παίζει καθοριστικό ρόλο, ο οποίος είναι συνήθως απαραίτητος όταν ψήνονται τα κέικ.
This may play a decisive role if the United States decides to attack Russia.
Αυτό μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίσουν να επιτεθούν στη Ρωσία.
The Community played a decisive role in the achievement of the consensus for the launching of the Uruguay Round of multilateral trade negotiations in Punta del Este.
Η Κοινότητα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της συμφωνίας για την πραγματοποίηση ενός νέου κύκλου πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων, γνωστών ως«Uruguay Round», στην Punta del Este.
Greece is fully dedicated to the decisive role of the United Nations in favor of peace and security.
Η Ελλάδα είναι απόλυτα προσηλωμένη στον αποφασιστικό ρόλο των Ηνωμένων Εθνών υπέρ της ειρήνης και της ασφάλειας.
it is this fact usually plays a decisive role in the selection.
είναι αυτό το γεγονός παίζει συνήθως καθοριστικό ρόλο στην επιλογή.
This index plays a decisive role in the ability of concrete to resist compression and expansion.
Αυτός ο δείκτης παίζει σημαντικό ρόλο στην ικανότητα του σκυροδέματος να αντιστέκεται στη συμπίεση και την επέκταση.
Stock exchange has played a decisive role in the economic and social developments that were brought about in the 1990s as part of the globalization process.
Το Χρηματιστήριο διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στις οικονομικές αλλά και κοινωνικές εξελίξεις που πραγματοποιήθηκαν στη δεκαετία του'90, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.
Results: 909, Time: 0.0599

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek