ERRED in Greek translation

[3ːd]
[3ːd]
έσφαλε
i err
i'm wrong
λάθος
wrong
mistake
error
fault
false
incorrect
accident
εσφαλμένως
wrongly
incorrectly
erroneously
mistakenly
erred
was incorrect
πλανιούνται
erred
σφάλει
i err
i'm wrong
σφάλλει
i err
i'm wrong
έσφαλλαν
i err
i'm wrong
σφάλμα
error
fault
bug
mistake
flaw
blunder
glitch
lapse

Examples of using Erred in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
that the General Court erred in relying on the premiss that the case primarily concerns the determination of the export price.
το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε εσφαλμένως στην παραδοχή ότι η υπόθεση αφορά τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής.
And they that erred in spirit, shall know understanding,
Και εκείνοι που πλανιούνται κατά το πνεύμα, θάρθουν σε σύνεση,
The District Court erred in finding that, if the surgical-center requirement takes effect,
Το Επαρχιακό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι, αν η απαίτηση χειρουργικού κέντρου τεθεί σε ισχύ,
the General Court erred in law by failing to examine the rebates at issue in the light of all the circumstances of the case.
το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, διότι δεν εξέτασε τις επίμαχες εκπτώσεις υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων.
The Church has always erred on the side of caution in discerning matters of faith and morals.
Η Εκκλησία έχει πάντα έσφαλε στην πλευρά της προσοχής σε κάθε τομέα της πίστης και της ηθικής.
Those who erred in spirit shall come to understanding,
Και εκείνοι που πλανιούνται κατά το πνεύμα, θάρθουν σε σύνεση,
Page 16: If we personally have erred seriously, it is easy to feel disheartened while suffering the consequences of the mistakes we have made.
Αν έχουμε διαπράξει προσωπικά κάποιο σοβαρό σφάλμα, είναι εύκολο να νιώθουμε αποκαρδιωμένοι ενόσω υφιστάμεθα τις συνέπειες των λαθών μας.
The district court erred by substituting its own judgment[as to the provisions' effects]
Τ ο Επαρχιακό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη υποκαθιστώντας την κρίση του[ως προς τις επιπτώσεις των διατάξεων]
The third plea in law is that the General Court erred, in respect of the fine,
Επί της επιβολής προστίμου 3. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε, κατά τον καθορισμό του προστίμου,
According to Intel, the General Court erred in law by failing to examine the rebates at issue in the light of all the circumstances of the case.
Κατά την Intel, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, διότι παρέλειψε να εξετάσει τις επίμαχες εκπτώσεις υπό το πρίσμα όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.
Those who erred in spirit shall come to understanding,
Και εκείνοι που πλανιούνται κατά το πνεύμα, θάρθουν σε σύνεση,
The District Court erred in finding that, if the surgical-centre requirement takes effect,
Το Επαρχιακό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι, αν η απαίτηση χειρουργικού κέντρου τεθεί σε ισχύ,
the AKP erred by relying on its absolute majority in Parliament,
το ΚΔΑ έσφαλε με το να στηρίζεται στην απόλυτη κοινοβουλευτική του πλειοψηφία,
The General Court erred in law by holding that the market for the management of railway infrastructure in Denmark is not‘de facto' open to competition.
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι η αγορά διαχείρισης σιδηροδρομικών υποδομών στη Δανία δεν είναι«de facto» ανοιχτή στον ανταγωνισμό.
that they had merely erred in their paperwork.
απλώς είχαν σφάλμα στα έγγραφα τους.
Even if the court later found that it had erred in its calculation, the timing of the Yom Tov would stand,
Ακόμα και αν το δικαστήριο ανακάλυπτε αργότερα ότι είχε σφάλει στην εκτίμησή του, η ρύθμιση της ημερομηνίας της γιορτής θα παρέμενε,
the General Court erred at an earlier stage of its reasoning in the judgment under appeal.
το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη σε προηγούμενο στάδιο της συλλογιστικής του στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
AKP erred by relying on its absolute majority in Parliament,
Το ΚΔΑ έσφαλε με το να στηρίζεται στην απόλυτη κοινοβουλευτική του πλειοψηφία,
Consequently, EUIPO erred in law in considering that the product in question could be included in any of the categories of goods concerned.
Κατά συνέπεια, το EUIPO υπέπεσε σε νομικό σφάλμα συνάγοντας το συμπέρασμα ότι το επίμαχο προϊόν μπορούσε να περιληφθεί σε οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες κατηγορίες προϊόντων.
They were the ones who had erred, they the ones who were in need of being cured, not me.
Ήταν εκείνοι που είχαν σφάλει, αυτοί που είχαν ανάγκη από θεραπεία, όχι εγώ.
Results: 161, Time: 0.0989

Top dictionary queries

English - Greek