Examples of using Makes it difficult in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
This makes it difficult for bacteria to survive.
Αυτό καθιστά δύσκολη την επιβίωση των βακτηρίων.
All this makes it difficult to use both mobile operating systems together.
Όλα αυτά καθιστούν δύσκολη τη χρήση και των δύο κινητών λειτουργικών συστημάτων.
The brake makes it difficult or easier while pedaling.
Το φρένο δυσκολεύει ή διευκολύνει το πεντάλ.
This definition makes it difficult to quantify the programme's target group.
Ο συγκεκριμένος ορισμός δυσχεραίνει τον ποσοτικό προσδιορισμό της ομάδας-στόχου του προγράμματος.
Its the open endedness makes it difficult to manage.
Η ανοικτή endedness του καθιστά δύσκολο να διαχειριστεί.
The moisture from the mud makes it difficult to tell.
Η υγρασία από την λάσπη κάνει δύσκολο τον καθορισμό.
That makes it difficult to have all our wishes fulfilled.
Αυτό καθιστά δύσκολη την πραγματοποίηση όλων μας των επιθυμιών.
Smoking makes it difficult to breathe.
Το κάπνισμα κάνει δύσκολη την αναπνοή σου.
Stress makes it difficult to control your emotions.
Το άγχος δυσκολεύει τον έλεγχο των συναισθημάτων σας.
The excess of procedures makes it difficult for Tara exports.
Η υπέρβαση των διαδικασιών δυσχεραίνει τις εξαγωγές του Tara.
This unbridled preaching of indulgences makes it difficult even for.
Αυτό το αχαλίνωτο κήρυγμα υπέρ των συγχωροχαρτίων καθιστά δύσκολο ακόμη και.
Page 13: Internal pressure also makes it difficult to remain morally chaste.
Και οι εσωτερικές πιέσεις επίσης καθιστούν δύσκολο για κάποιον το να παραμείνει ηθικά αγνός.
This makes it difficult to manage them.
Αυτό καθιστά δύσκολη τη διαχείρισή τους.
This picture makes it difficult for investors to purchase.
Αυτή η εικόνα δυσκολεύει τους επενδυτές για αγορά.
This makes it difficult to police.
Αυτό δυσχεραίνει την αστυνόμευση.
This unbridled preaching of indulgences makes it difficult.
Αυτό το αχαλίνωτο κήρυγμα υπέρ των συγχωροχαρτίων καθιστά δύσκολο ακόμη και.
All of this makes it difficult to find a solution.
Όλα αυτά δυσχεραίνουν την εξεύρεση λύσης.
This makes it difficult to fight illness.
Αυτό καθιστά δύσκολη την καταπολέμηση της ασθένειας.
Their small size makes it difficult to find them.
Οι δε μικρές τους διαστάσεις καθιστούν δύσκολο τον εντοπισμό τους.
Joint locking which makes it difficult to close or open the mouth.
Κλείδωμα της άρθρωσης, που δυσκολεύει το άνοιγμα ή κλείσιμο του στόματος.
Results: 844, Time: 0.0475

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek