PRECLUDED in Greek translation

[pri'kluːdid]
[pri'kluːdid]
αποκλείεται
rule out
exclude
εμπόδισε
block
prevent
i stop
i'm keeping
απαγόρευε
forbid
prohibit
are banned from
δεν επιτρέπει
i do not allow
i will not allow
i do not permit
i don't let
i cannot allow
i won't let
i will not permit
i am not allowing
αντιτίθεται
i oppose
i object
απέκλεισε
rule out
exclude
απέκλειε
rule out
exclude
απέκλεισαν
rule out
exclude
εμποδίζουν
block
prevent
i stop
i'm keeping
απαγορεύεται
forbid
prohibit
are banned from

Examples of using Precluded in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
He could do this because the rules of that era precluded a speculative run against the pound.
Θα μπορούσε να το κάνει αυτό επειδή οι κανόνες εκείνης της εποχής απέκλεισαν μια κερδοσκοπική πορεία εναντίον της λίρας.
US involvement in the Korean War precluded a final settlement, which means the war never really ended.
Η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο της Κορέας απέκλεισε μια τελική διευθέτηση, που.
Such continual movement precluded any accumulation of wealth by any band member,
Αυτή η συνεχής μετακίνηση απέκλειε τη δυνατότητα συσσώρευσης πλούτου
the disruptions of the civil war precluded any long-term social experiments.
οι αναταραχές του εμφυλίου πολέμου απέκλεισαν οποιαδήποτε μακροπρόθεσμα κοινωνικά πειράματα.
Currently, they are mainly funded by money from Prince Charles's Duchy of Cornwall estate as their royal roles have precluded them from seeking personal incomes.
Αυτή τη στιγμή, χρηματοδοτούνται κυρίως από τα χρήματα της περιουσίας του δουκάτου της Κορνουάλης του πρίγκιπα Καρόλου, καθώς τους απαγορεύεται να έχουν προσωπικά εισοδήματα.
the disruptions of the civil war precluded any long term social experiments.
οι αναταραχές του εμφυλίου πολέμου απέκλεισαν οποιαδήποτε μακροπρόθεσμα κοινωνικά πειράματα.
Immigration restrictions precluded the large-scale admission of these refugees to other European countries
Οι μεταναστευτικοί περιορισμοί απέκλειαν την είσοδο μεγάλου αριθμού αυτών των μεταναστών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες
However, from the very beginning the initiative neither promised nor precluded the prospect of EU membership to the partner states.
Ωστόσο δεν υπόσχεται αλλά ούτε αποκλείει την προοπτική της ένταξης τους μέσα στην Ε.Ε.
A lack of tools to specifically isolate leukemic stem cells has precluded the comprehensive study
Η έλλειψη εργαλείων για την ειδική απομόνωση των λευχαιμικών βλαστοκυττάρων έχει εμποδίσει την ολοκληρωμένη μελέτη και τη συγκεκριμένη στόχευση
That straitjacket has precluded exchange rate depreciation
Αυτός ο ζουρλομανδύας έχει αποκλείσει την υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας
sink Liberty precluded an assault by accident
να βυθίσουν το Liberty αποκλείει μία κατά λάθος επίθεση
so the above limitations may not apply to you if precluded by local law.
επομένως οι παραπάνω περιορισμοί ενδέχεται να μην ισχύουν για εσάς, αν αποκλείονται από τον τοπικό νόμο.
in the process of building and settlement conditions precluded the possibility.
κατά τη διαδικασία των συνθηκών κτιρίου και διακανονισμού αποκλείει τη δυνατότητα.
Ms. Martin discovered the court's outdated procedures triggered other practical obstacles that in effect, precluded abused women from self-representation.
Η κα Μάρτιν ανακάλυψε επίσης ότι οι απαρχαιωμένες διαδικασίες του δικαστηρίου προκαλούν άλλα πρακτικά εμπόδια που στην πραγματικότητα, αποκλείουν τις κακοποιημένες γυναίκες από την αυτο-εκπροσώπηση τους ενώπιων του Δικαστηρίου.
Patients between 65 and 70 years of age were required to have at least one comorbidity that precluded the use of frontline chemo-immunotherapy with fludarabine, cyclophosphamide, and rituximab.
Οι ασθενείς ηλικίας 65 έως 70 ετών έπρεπε να έχουν τουλάχιστον μία συννοσηρότητα που αποκλείει τη χρήση πρώτης γραμμής χημειο-ανοσοθεραπείας με φλουδαραβίνη, κυκλοφωσφαμίδη, ριτουξιμάμπη.
Whilst the evaluation showed conflicting interests which should have precluded his appointment, EMa could not dismiss him.
Μολονότι η αξιολόγηση κατέδειξε σύγκρουση συμφερόντων η οποία θα έπρεπε να είχε εμποδίσει τον διορισμό του, ο EMA δεν μπορούσε να τον απολύσει.
The only club that refused to sign the statement was the Gymnastic Association"Kinyras" Paphos and this precluded from racing.
Ο μόνος σύλλογος που αρνήθηκε να υπογράψει τη δήλωση αυτή ήταν ο Γυμναστικός Σύλλογος«Κινύρας» Πάφου και για αυτό αποκλείστηκε από τους αγώνες.
The aforementioned categories shall be precluded from performing the duties they were charged with in the future.
Οι παραπάνω κατηγορίες θα πρέπει να αποκλείεται από την άσκηση των καθηκόντων που έχουν επιβαρυνθεί με το μέλλον.
Is compatibility with Article 123 TFEU precluded in particular by the fact that the decision of the Governing Council of the ECB of 6 September 2012.
Αντιβαίνει προς το άρθρο 123 ΣΛΕΕ μεταξύ άλλων το γεγονός ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ της 6ης Σεπτεμβρίου 2012.
The traveler agrees that they shall be precluded from making a double recovery by making the same claims
Ο Πελάτης συμφωνεί ότι θα αποκλείεται να προβεί σε διπλή ανάκτηση, προβάλλοντας τις ίδιες απαιτήσεις και ζητώντας είσπραξη από την Hellas Canyon
Results: 107, Time: 0.0698

Top dictionary queries

English - Greek