REFRAINED in Greek translation

[ri'freind]
[ri'freind]
απέφυγε
i avoid
i refrain
dodge
escape
i forbear
i shy away
απείχαν
i'm
i am abstaining
refrain
away
far
απέφυγαν
i avoid
i refrain
dodge
escape
i forbear
i shy away
αποφύγει
i avoid
i refrain
dodge
escape
i forbear
i shy away
απείχε
i'm
i am abstaining
refrain
away
far
απέφευγαν
i avoid
i refrain
dodge
escape
i forbear
i shy away
απόσχει
abstain
refrain

Examples of using Refrained in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Officials and politicians generally refrained from comment on the incident,
Γενικώς, αξιωματούχοι και πολιτικοί απέφυγαν να σχολιάσουν το συμβάν,
The United States refrained from voting, which allowed the measure to pass.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες απείχαν από την ψηφοφορία, μια απόφαση που είχε ως αποτέλεσμα να περάσει η απόφαση.
The Turkish president refrained from condemning the murder of policemen on the Temple Mount,
Ο Τούρκος πρόεδρος απέφυγε να καταδικάσει τον φόνο των αστυνομικών στο Όρος του Ναού,
Parliament wisely refrained from proposing any amendment to the decision taken by Ministers for Health last December after years of talks.
Το Κοινοβούλιο απείχε σοφά από του να προτείνει έστω και μια πρόταση τροπολογίας στη λύση που διαμορφώθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο από τους υπουργούς Υγείας, μετά από προσπάθειες ετών.
Ordinarily these Jews would have refrained from all association or contact with this Samaritan,
Κανονικά αυτοί οι Ιουδαίοι θα είχαν αποφύγει κάθε συναναστροφή ή επαφή με αυτό το Σαμαρείτη,
EU members refrained from accepting the vote before the ongoing legal fight over it is decided.
Μέλη της ΕΕ απέφυγαν να αποδέχονται τη ψηφοφορία πριν αποφασιστεί η τρέχουσα δικαστική μάχη εναντίον της.
Marx and Engels refrained from developing concrete concepts of the possible forms of freedom in a socialist society; today, such restraint no longer seems justified.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς απείχαν από το να αναπτύξουν σε συγκεκριμένες έννοιες τις δυνατές μορφές της ελευθερίας σε μία σοσιαλιστική κοινωνία· αυτή η επιφύλαξη δεν μοιάζει πια να δικαιολογείται σήμερα».
The FSA initially refrained from imposing strict rules on the budding industry in hopes of promoting growth.
Η FSA απέφυγε αρχικά να επιβάλλει αυστηρούς κανόνες για την εκκολαπτόμενοι βιομηχανία με την ελπίδα για την προώθηση της ανάπτυξης.
The State has, however, refrained from prohibiting or breaking up large-scale events such as the'Prayers Meeting' referred to in the country's two largest cities.
Ωστόσο, το κράτος απείχε από την απαγόρευση ή τη διάλυση μεγάλων διοργανώσεων, όπως η προαναφερθείσα"συγκέντρωση προσευχής" στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας.
However, most of the people have refrained from the previously widespread view that God is in these gaps as the solution to the riddle.
Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους ανθρώπους έχουν αποφύγει από την προηγούμενη διαδεδομένη άποψη ότι ο Θεός βρίσκεται σε αυτά τα κενά ως λύση στο αίνιγμα.
Product developers deliberately refrained from using chemically synthesized ingredients,
Οι υπεύθυνοι ανάπτυξης προϊόντων απέφυγαν σκόπιμα να χρησιμοποιήσουν χημικά συντιθέμενα συστατικά,
In the past, Arab citizens of Israel refrained from going to demonstrations in Tel Aviv during a war.
Στο παρελθόν οι Ισραηλινοί άραβες πολίτες απέφευγαν εν μέσω πολέμου να έρχονται στο Τελ Αβίβ για διαδηλώσεις.
(1969)“Marx and Engels refrained from developing concrete concepts of the possible forms of freedom in a socialistic society; today, such restraint no longer seems justified.”.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς απείχαν από το να αναπτύξουν σε συγκεκριμένες έννοιες τις δυνατές μορφές της ελευθερίας σε μία σοσιαλιστική κοινωνία· αυτή η επιφύλαξη δεν μοιάζει πια να δικαιολογείται σήμερα».
the agency refrained from pointing its ultra-high-resolution cameras toward the United States.
η υπηρεσία απέφυγε να στρέψει τις κάμερες υψηλής ανάλυσης προς την Αμερική.
initially refrained from supporting the referendum,
αρχικά απείχε από το να υποστηρίξει το δημοψήφισμα,
Prime Minister Recep Tayyip Erdogan has refrained from publicly advocating regime change in Damascus,
Ο Πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει αποφύγει να ταχθεί δημόσια υπέρ της αλλαγής του καθεστώτος στη Δαμασκό,
Researchers collected samples from the underarms of men who refrained from using deodorant for four weeks.
Οι ερευνητές μάζεψαν ιδρώτα από τη μασχάλη ανδρών οι οποίοι απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν αποσμητικό για 4 εβδομάδες.
and all participants refrained from calorie-burning activities.
όλοι οι συμμετέχοντες απέφευγαν τις δραστηριότητες που έκαιγαν θερμίδες.
While the Spartans refrained from action themselves, a few of their allies began to talk of revolt.
Καθ' ον χρόνο οι Σπαρτιάτες απείχαν από τη στρατιωτική δράση, ορισμένοι από τους συμμάχους τους άρχισαν να μιλούν για εξέγερση.
even during the Cold War, refrained from unfriendly steps against the USSR and Russia.
κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, απέφυγε τα μη φιλικά μέτρα εναντίον της Σοβιετικής ΄Ενωσης και της Ρωσίας.
Results: 180, Time: 0.0747

Top dictionary queries

English - Greek