DIRECT EFFECT in Greek translation

[di'rekt i'fekt]
[di'rekt i'fekt]
άμεσο αντίκτυπο
direct impact
immediate impact
direct effect
immediate effect
άμεση ισχύ
αμεσο αποτέλεσμα
direct effect
άµεση επίδραση
direct effect
a direct impact
άμεσου αποτελέσματος
αμέσου αποτελέσματος
άμεσης επίδρασης
άμεσα αποτελέσματα
άμεσος αντίκτυπος
direct impact
immediate impact
direct effect
immediate effect

Examples of using Direct effect in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The regulation: regulations always have direct effect.
Ο κανονισμός: οι κανονισμοί έχουν πάντα άμεσο αποτέλεσμα.
However, the application of direct effect depends on the type of act.
Ωστόσο, η ισχύ του άμεσου αποτελέσματος εξαρτάται από τον τύπο της πράξης.
The direct effect of the first paragraph of Article 40 of the EEC-Morocco Agreement.
Επί του αμέσου αποτελέσματος πρώτο εδάφιο, της Συμφωνίας του άρθρου 40, ΕΟΚ-Μαρόκου.
Titanium gel has a direct effect on individual characteristics of the organism.
Titanium gel έχει άμεση επίδραση στις επιμέρους χαρακτηριστικά του οργανισμού.
War is never the direct effect of economic competition.
Ο πόλεμος ποτέ δεν αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα του οικονομικού ανταγωνισμού.
This will have a direct effect on workers in our area.
Ωστόσο έχουν άμεσες επιπτώσεις στους εργαζομένους στη χώρα μας.
Confirming the direct effect of directives.
Θεμελίωση του αμέσου αποτελέσματος των οδηγιών.
This is now called the principle of direct effect.
Πρόκειται για την αποκαλούμενη αρχή του άμεσου αποτελέσματος.
A direct effect on policy.
Με σκοπό την άμεση επίδραση στα πολιτικά.
An action, above all, internal that has a direct effect.
Μια πράξη πρώτα από όλα εσωτερική που έχει άμεσο αποτέλεσμα.
Horizontal direct effect of Treaty provisions.
Ο αποκλεισμός του οριζοντίου αμέσου αποτελέσματος των οδηγιών.
This is a purely ideological measure, with no direct effect on the environment.
Είναι ένα καθαρά ιδεολογικό μέτρο, χωρίς άμεσα αποτελέσματα στο περιβάλλον.
We have a direct effect on our environment.
Ασκούμε πράγματι άμεση επίδραση πάνω στο περιβάλλον μας.
Horizontal and vertical direct effect.
Οριζόντιο και κάθετο άμεσο αποτέλεσμα.
Horizontal direct effect of Directives.
Ο αποκλεισμός του οριζοντίου αμέσου αποτελέσματος των οδηγιών.
Physical activity has a direct effect on well-being and health.
Η σωματική άσκηση έχει άμεση επίδραση στην ευημερία και την υγεία.
73 of Directive 2006/112 have direct effect.
73 της οδηγίας 2006/112 έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
This has a direct effect on the functional ability of the heart.
Αυτό είχε άμεση επίδραση στη λειτουργική ικανότητα της καρδιάς.
The Framework Decision does not have direct effect.
Οι αποφάσεις-πλαίσιο δεν παράγουν άμεσο αποτέλεσμα.
The brain has a direct effect on the stomach.
Ο εγκέφαλος έχει άμεση επίδραση στο στομάχι.
Results: 677, Time: 0.0524

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek