DESOLATE in Greek translation

['desələt]
['desələt]
ερημος
desolate
desert
wilderness
waste
desolation
ερημωμένες
desolate
deserted
depopulated
abandoned
ερήμωση
desolation
devastation
depopulation
desertification
desolate
ruin
destruction
desertion
waste
έρημη
desert
desolate
wilderness
wasteland
αφανισμένη
ηφανισμενη
desolate
ηρημωμενας
desolate
ερημωσιν
ερημωμένας
ερημωσις
ερημοι
αφανισθη
εις ερημους

Examples of using Desolate in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
It's hot and desolate.
Είναι ζεστή και έρημη.
And their land became dark, and desolate.
Και η γη τους έγινε σκοτεινή και έρημη.
It's just at times I feel so… desolate.
Απλώς κατά διαστήματα νιώθω τόσο… έρημη.
I feel desolate, really desolate.
Νιώθω έρημη, πραγματικά έρημη.
totally desolate.
εντελώς έρημη.
My land is dry and desolate.
Η πατρίδα μου είναι άγονη κι έρημη.
It's so desolate.
Είναι τόσο έρημη.
A pity that Piraeus has become so desolate and dirty….
Κρίμα που ο Πειραιάς έχει γίνει τόσο έρημη και βρώμικα….
Enjoy with free Desolate Defense game.
Απολαύστε με δωρεάν έρημη άμυνα παιχνίδι.
Forsaken, desolate, shunned by every traveller, and why?
Ξεχασμένο, έρημο, το αποφεύγει κάθε ταξιδιώτης και γιατί;?
He has lived in desolate cities and deserted houses.
Και κατοίκησε σε έρημες πόλεις, σε ακατοίκητα σπίτια.
They usually seem to prefer desolate or protected areas.
Συνήθως φαίνεται να προτιμούν απομονωμένες ή/και προστατευόμενες περιοχές.
Establishments in desolate areas like this are usually run by family members that are.
Τα καταστήματα σε έρημες περιοχές σαν αυτή, συνήθως τα δουλεύουν οικογένειες, που είναι--.
They travelled through the desolate villages of the Rhondda, Monmouth Valleys.
Ταξίδεψα μέσα από έρημα χωριά στην Ρόντα, μέχρι την πεδιάδα Μόνμουθ.
Theresienstadt is a desolate and terrible scene.
Το Τερεσισταντ ειναι έρημο, και φρικτές σκηνές υπάρχουν παντού.
They not only look desolate, they feel downright dangerous.
Δε δείχνουν μόνο ερημικοί, αλλά δίνουν και την αίσθηση ότι είναι άκρως επικίνδυνοι.
They're cold and desolate.
Είναι έρημο και παγωμένο.
We have encountered desolate moons and barren asteroids.
Συναντήσαμε έρημα φεγγάρια και άγονους αστεροειδείς.
Actions in this game developed in desolate world of fantasy where war evolved.
Ενέργειες σε αυτό το παιχνίδι σε έρημο κόσμο της φαντασίας, όπου ο πόλεμος εξελίχθηκε αναπτυχθεί.
What a desolate place this is!
Τι έρημος τόπος που είναι εδώ!
Results: 547, Time: 0.1707

Top dictionary queries

English - Greek