MOCKING in Greek translation

['mɒkiŋ]
['mɒkiŋ]
κοροϊδεύοντας
am i kidding
am i fooling
mockup
i'm making fun
laugh
i'm playing
dupe
am kiddin
χλευασμό
taunt
mockery
ridicule
mocking
derision
scoffing
sneering
scorn
σκωπτική
κοροϊδευτικό
κοροϊδία
mockery
charade
ridicule
sham
joke
mocking
spoof
taunt
εμπαιγμό
making fun
ridicule
mockery
mickey
mocking
κοροϊδευτικές
mocking
διακωμώδηση
mockery
mocking
travesty
caricature
ενέπαιζαν
χλευαστικό
το δούλεμα
εμπαιζοντες
σαρκάζοντας
περιγελώντας
σατίριζαν
να κοροιδεύεις

Examples of using Mocking in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
decided to indulge himself by mocking the stranger.
αποφάσισε να ευχαριστήσει τον εαυτό του χλευάζοντας έναν ξένο.
So here we are, mocking death in reality[La Realidad].
Έτσι, να' μαστε εδώ, κοροϊδεύοντας το θάνατο στην πραγματικότητα.
which is openly mocking.
το οποίο είναι ανοιχτά κοροϊδευτικό.
Mocking of Job 1619 Musée des Augustins Toulouse.
Διακωμώδηση του Ιώβ 1619 Μουσείο των Αυγουστίνων Τουλούζη.
And mocking voices ring the halls.
Και κοροϊδευτικές φωνές κρούουν τα δωμάτια.
All that mocking you did.
Όλη αυτή η κοροϊδία που έκανες.
Watch the mocking.
Παρακολουθήστε την σκωπτική.
The mocking, the insults, the humiliation.
Η διακωμώδηση, οι προσβολές, η ταπείνωση.
Your mocking eye that stares at me from the dark!
Το χλευαστικό σου μάτι που μ' ατενίζει απ' το σκοτάδι!
Where's your mocking now?
Πού είναι τώρα η κοροϊδία σου;?
So, his mocking us has graduated from crime scene analysis to profiling.
Ρα η χλεύη του αναβαθμίστηκε από την ανά- λυση του τόπου εγκλήματος στη σκιαγράφηση.
Mocking of religious dogma,
Διακωμώδηση των θρησκευτικών δογμάτων,
You can't mock the mocking.
Δεν μπορείς να κοροϊδέψεις την κοροϊδία.
Then the air fills with the goblin's horrible, mocking laughter.
Μετά, ο αέρας γεμίζει με το τρομακτικό, χλευαστικό γέλιο του καλικάτζαρου.
Likewise also the chief priests mocking him, with the scribes and elders, said.
Ομοιως δε και οι αρχιερεις εμπαιζοντες μετα των γραμματεων και πρεσβυτερων, ελεγον.
Mocking Islam is not acceptable.
Η χλεύη του Ισλαμισμού, όμως, είναι απαράδεκτη.
Man sentenced to jail in Greece for mocking monk.
Άνθρωπος καταδικάστηκε σε φυλάκιση στην Ελλάδα για διακωμώδηση μοναχού.
Using air quotes is mocking.
Το να χρησιμοποιείς εισαγωγικά είναι κοροϊδία.
sitting here on my couch, mocking me.
κάθεται στον καναπέ μου, περιγελώντας με.
contempt, the mocking of the people of the world.
την περιφρώνηση, την χλεύη των ανθρώπων του κόσμου.
Results: 317, Time: 0.0964

Top dictionary queries

English - Greek