AFFECTING in Greek translation

[ə'fektiŋ]
[ə'fektiŋ]

Examples of using Affecting in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Economic trends affecting the lighting product chain.
Οικονομικές τάσεις που επηρεάζουν την αλυσίδα προϊόντων φωτισμού.
Other issues affecting downstream users- ECHA.
Άλλα ζητήματα που αφορούν τους μεταγενέστερους χρήστες- ECHA.
A rare blood cancer affecting mostly young men(hepatosplenic T-cell lymphoma).
Ένας σπάνιος καρκίνος του αίματος που προσβάλλει κυρίως νέους άνδρες(ηπατοσπληνικό λέμφωμα από T-κύτταρα).
New wave of fierce"mafrogialouron" affecting the country…!
Νέο σφοδρό κύμα«μαυρογιαλούρων» πλήττει τη χώρα…!
Another factor affecting GPS accuracy is satellite geometry.
Ένας ακόμα παράγοντας που επηρεάζει την ακρίβεια του GPS είναι η"γεωμετρία" των δορυφόρων.
Studies of factors affecting pig meat quality.
Μελέτη των παραγόντων που επιδρούν στην ποιότητα του χοιρινού κρέατος.
Affecting the air that everyone breathes.
Επιπτώσεις στον αέρα που αναπνέουμε όλοι.
Medicinal products affecting the absorption of ketoconazole.
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την απορρόφηση της κετοκοναζόλης.
Themselves on questions affecting the organization of society.
Παρεμβαίνουν σε ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση της κοινωνίας.
It is a chronic infectious disease primarily affecting the skin and nervous system.
Είναι μία χρόνια λοιμώδης νόσος που προσβάλλει κυρίως το δέρμα και το νευρικό σύστημα.
This is a systemic crisis affecting the communities.
Πρόκειται για μια συστημική κρίση που πλήττει τις κοινότητες των Αβορίγινων».
Leiomyosarcoma- affecting the muscle tissue.
Λειομυοσάρκωμα- επηρεάζοντας τον μυικό ιστό.
The Internal Market and Regulation affecting Business Services.
Εσωτερική αγορά και νομοθεσία που επηρεάζει τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις.
I2 Infectious substances affecting animals only;
Μολυσματικές ουσίες που επιδρούν στα ζώα μόνο Ι3.
This development is also affecting economic growth in a number of emerging countries.
Αυτό το γεγονός έχει επιπτώσεις επίσης και για την οικονομική ανάπτυξη πολλών αναδυομένων χωρών.
Indirectly affecting the stability of our economy.
Που εμμέσως επηρεάζουν την σταθερότητα της οικονομίας μας.
Changes affecting workers in Germany.
Αλλαγές που αφορούν τους εργαζομένους στη Γερμανία.
The third serious infectious disease affecting dogs is infectious hepatitis.
Η τρίτη σοβαρή μολυσματική νόσος που προσβάλλει τα σκυλιά είναι λοιμώδης ηπατίτιδα.
How is the global financial crisis affecting international politics?
Πώς η παγκόσμια οικονομική κρίση που πλήττει τη διεθνή πολιτική;?
It works by affecting the growth of skin cells.
Λειτουργεί επηρεάζοντας την ανάπτυξη των κυττάρων του δέρματος.
Results: 11264, Time: 0.0869

Top dictionary queries

English - Greek