CONFISCATING in Greek translation

['kɒnfiskeitiŋ]
['kɒnfiskeitiŋ]
κατάσχεση
seizure
confiscation
attachment
foreclosure
forfeiture
repossession
seizing
confiscating
impounding
sequestration
κατάσχοντας
confiscate
impounding
δήμευση
confiscation
confiscating
forfeiture
freezing
δημεύοντας
κατασχέτοντας
seizing
confiscating
κατέσχεσε
seized
confiscated
siezed
κατάσχεσης
seizure
confiscation
attachment
foreclosure
forfeiture
repossession
seizing
confiscating
impounding
sequestration
κατάσχει
confiscate
impounding
κατάσχεσαν
confiscate
impounding
κατάσχεσε
confiscate
impounding
δήμευσης
confiscation
confiscating
forfeiture
freezing

Examples of using Confiscating in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
We are interested in confiscating a trafficker's fortune because this is how we deal him a serious blow.
Εμάς μας ενδιαφέρει η κατάσχεση της περιουσίας του εμπόρου λευκής σαρκός γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να πληγεί σοβαρά.
The court has since banned him from further defending the woman, confiscating his license and summoning him to a disciplinary hearing later this month.
Το δικαστήριο του απαγόρευσε την περαιτέρω υπεράσπιση της γυναίκας, κατάσχοντας την άδειά του και καλώντας τον σε μια πειθαρχική ακρόαση αργότερα αυτό το μήνα.
Furthermore, confiscating assets illegally taken from the people by Khazarian gangsters will lead to an unprecedented boom.
Επιπλέον, η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων, που πήραν παράνομα από τους ανθρώπους οι Χαζάροι γκάγκστερς, θα οδηγήσει σε μια πρωτοφανή άνθηση.
Confiscating assets generated by criminal activities is a very efficient tool to fight crime and terrorism.
Η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων που αποκτώνται με εγκληματικές δραστηριότητες είναι ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο για την καταπολέμηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας.
When the court appointed us to oversee this process, we began by freezing the family's accounts and confiscating their assets.
Όταν το δικαστήριο μας διόρισε να επιβλέψουμε τη διαδικασία αρχίσαμε παγώνοντας τους λογαριασμούς της οικογένειας και δημεύοντας τα περιουσιακά τους στοιχεία.
Who would think the reward for confiscating an opium shipment would be additional duty guarding it?
Ποιος θα περίμενε ότι η ανταμοιβή για τη κατάσχεση οπίου θα ήταν να το φυλάς?
The local government has several times tried to control the flow of information by shutting down publications and confiscating newspapers prior to distribution.
Η τοπική κυβέρνηση προσπάθησε επανειλημμένα να ελέγξει τη ροή των πληροφοριών κλείνοντας δημοσιεύσεις και κατασχέτοντας εφημερίδες πριν από τη διανομή.
they have defined the Bible as cult literature, confiscating and destroying countless copies.
όρισε τη Βίβλο ως αιρετικό υλικό, κατάσχοντας και κατασ… Πλήρες κείμενο.
matured agrarian upheaval to the point of confiscating all the immense holdings of the nobility.
ώριμη αγροτική ανατροπή ως τη δήμευση όλης της απέραντης τσιφλικάδικης γαιοκτησίας.
In 1999 the FBI stormed his offices, confiscating his computer model
Αργότερα την ίδια χρονιά(1999), το FBI έκανε έφοδο στο γραφείο του, κατέσχεσε το υπολογιστικό του μοντέλο
they have defined the Bible as cult literature, confiscating and destroying countless copies.
όρισε τη Βίβλο ως αιρετικό υλικό, κατάσχοντας και καταστρέφοντας αμέτρητα αντίτυπα.
Obviously, the behaviour of the Nepalese home ministry in confiscating ballot boxes is totally reprehensible.
Ασφαλώς, η συμπεριφορά την οποία επέδειξε το Υπουργείο Εσωτερικών του Νεπάλ με την κατάσχεση των καλπών είναι εντελώς κατακριτέα.
There are reports that the local government is trying to control the flow of information by shutting down publications and confiscating newspapers prior to distribution.
Η τοπική κυβέρνηση προσπάθησε επανειλημμένα να ελέγξει τη ροή των πληροφοριών κλείνοντας δημοσιεύσεις και κατασχέτοντας εφημερίδες πριν από τη διανομή.
the FBI stormed his offices, confiscating his computer model
το FBI έκανε έφοδο στο γραφείο του, κατέσχεσε το υπολογιστικό του μοντέλο
searched mosques and apartments, confiscating computers and reams of paperwork.
έκαναν έρευνες σε τζαμιά και διαμερίσματα κατάσχοντας ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τεράστιο όγκο εγγράφων.
shifting the burden increasingly onto savers directly by confiscating savings.
μετατοπίζοντας το βάρος όλο και περισσότερο άμεσα στους αποταμιευτές με κατάσχεση των οικονομιών τους.
Authorities have also attempted to control the flow of information by shutting down publications and confiscating newspapers prior to distribution.
Η τοπική κυβέρνηση προσπάθησε επανειλημμένα να ελέγξει τη ροή των πληροφοριών κλείνοντας δημοσιεύσεις και κατασχέτοντας εφημερίδες πριν από τη διανομή.
A majority of the government is in support of confiscating the passports of young people who intend to fight in Syria.
Η πλειοψηφία της κυβέρνησης είναι υπέρ της κατάσχεσης των διαβατηρίων των νέων ανθρώπων που σκοπεύουν να πολεμήσουν στη Συρία.
not by selling imperial bonds but by confiscating wealthy Romans' assets.
όχι από την πώληση αυτοκρατορικών ομολόγων αλλά από την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων των πλούσιων Ρωμαίων.
Later that same year(1999) the FBI stormed his offices confiscating his computer model and accusing him of a 3 billion dollar Ponzi scheme.
Την ίδια χρονιά(1999) το FBI εισβάλλει στο γραφείο του και κατάσχει τους υπολογιστές του, κατηγορώντας τον για χρηματική απάτη"Σχήμα Πόντσι".
Results: 191, Time: 0.0648

Top dictionary queries

English - Greek