DETERRING in Greek translation

[di't3ːriŋ]
[di't3ːriŋ]
αποτροπή
deterrence
deter
deterrent
avoidance
dissuasion
preventing
averting
avoiding
stopping
thwarting
αποτρέποντας
i'm preventing
stopping
αποθάρρυνση
discouragement
discourage
demoralization
demoralisation
deterring
despondency
demotivation
αποτρεπτικό
deterrent
deterrence
dissuasive
αποτροπής
deterrence
deter
deterrent
avoidance
dissuasion
preventing
averting
avoiding
stopping
thwarting
αποτρέπουν
i'm preventing
stopping
αποτρέπει
i'm preventing
stopping
αποθάρρυνσης
discouragement
discourage
demoralization
demoralisation
deterring
despondency
demotivation

Examples of using Deterring in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
which are perceived as more risky and complex, deterring many traditional investors.
τα οποία θεωρούνται πιο επικίνδυνα και πολύπλοκα, αποτρέποντας πολλούς παραδοσιακούς επενδυτές.
However, harsh austerity has already been agreed(absurd primary surpluses of 3.5% of GDP from 2018 onwards), deterring sensible investors.
Ομως, η σκληρή λιτότητα έχει ήδη συμφωνηθεί(παράλογα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και μετά), αποθαρρύνοντας τους λογικούς επενδυτές.
Establishing conscience control committees as a means of deterring young people who choose to fulfill this service.
Θεσμοθετεί επιτροπές συνειδησιακού ελέγχου ως μέσο αποτροπής των νέων που επιλέγουν να εκπληρώσουν την υπηρεσία αυτή.
using Early Warning Systems for controlling wind turbine operation and/or deterring birds.
με τη χρήση Συστημάτων Έγκαιρης Προειδοποίησης, για τον έλεγχο της λειτουργίας της ανεμογεννήτριας ή/ και την αποτροπή των πτηνών.
comprehensive political solution in Libya could be achieved by deterring those who would seek faits accomplished through military means.
θα μπορούσε να επιτευχθεί«μια μόνιμη και ολοκληρωμένη πολιτική λύση στη Λιβύη, αποτρέποντας εκείνους που θα επιδίωκαν τετελεσμένα γεγονότα μέσω στρατιωτικών μέσων».
Operation“Xenios Zeus”: A strategy for deterring immigration through detention,
Επιχείρηση«Ξένιος Δίας»: Στρατηγική αποτροπής της μετανάστευσης μέσω της κράτησης,
Any allegations of police deterring victims of racially motivated attacks
Οποιαδήποτε καταγγελία ότι αστυνομικοί αποτρέπουν θύματα από το καταγγέλλουν ρατσιστικές επιθέσεις
However, international observers could play an important role in deterring violence and building confidence,
Ωστόσο, οι διεθνείς παρατηρητές θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο στην αποτροπή της βίας και στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης,
restricting access to asylum and deterring entry.
περιορίζοντας την πρόσβαση στο άσυλο και αποτρέποντας την είσοδο προσφύγων».
There is a difference between deterring and threatening that Turkey's warmongering elite can not fathom.
Υπάρχει διαφορά μεταξύ αποτροπής και απειλής που η πολεμοχαρής ελίτ της Τουρκίας δεν μπορεί να κατανοήσει.
Trust is not the only factor deterring the EU's consumers from shopping online.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που αποτρέπει τους καταναλωτές της Ε.Ε. να κάνουν αγορές σε απευθείας σύνδεση.
reducing inflammation and deterring the formation of plaque on blood vessel walls.
μειώνουν τις φλεγμονές και αποτρέπουν το σχηματισμό πλάκας στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων.
detecting and deterring terrorist activity in the Mediterranean.
η οποία επικεντρώνεται στην εντοπισμό και την αποτροπή τρομοκρατικών δραστηριοτήτων στη Μεσόγειο 153.
These visits have the dual benefit of strengthening America's relationship with its allies while deterring its adversaries.
Αυτές οι επισκέψεις έχουν το διπλό όφελος από την ενίσχυση της σχέσης της Αμερικής με τους συμμάχους της, αποτρέποντας παράλληλα τους αντιπάλους της.
Such capital punishment is"a core method of inciting fear and deterring citizens from engaging in activities deemed undesirable by the regime".
Υποστηρίζουν πως η θανατική ποινή είναι«βασική μέθοδος πρόκλησης φόβου και αποθάρρυνσης των πολιτών, ώστε να μη συμμετέχουν σε δραστηριότητες που το καθεστώς κρίνει ανεπιθύμητες».
This new method of deterring smokers from lighting up was tested on a group of women aged 16 to 24.
Αυτή η νέα μέθοδος αποτροπής του καπνίσματος δοκιμάστηκε σε ομάδα γυναικών ηλικίας 16 έως 24 ετών.
The organization also calls the Greek authorities to send a strong message condemning racially motivated attacks and explicitly deterring police officers from committing such attacks.
Η οργάνωση καλεί ακόμη τις ελληνικές αρχές να στείλουν ένα ηχηρό μήνυμα που καταδικάζει τις επιθέσεις με ρατσιστικά κίνητρα και αποτρέπει ρητά τους αστυνομικούς από το να διαπράττουν τέτοιες επιθέσεις.
In the repellent composition of this group often includes substances deterring insects at a distance.
Στην απωθητική σύνθεση της ομάδας αυτής περιλαμβάνονται συχνά ουσίες που αποτρέπουν τα έντομα σε απόσταση.
focused on preventing and deterring further use of chemical weapons atrocities.
επικεντρώνονται στην πρόληψη και την αποτροπή περαιτέρω χρήσης χημικών όπλων….
The participation of strategic bombers in exercises like Astral Knight demonstrates U.S. commitment to assuring allies, deterring adversaries and enhancing regional security.
Η συμμετοχή στρατηγικών βομβαρδισμών σε ασκήσεις όπως η Astral Knight καταδεικνύει τη δέσμευση των ΗΠΑ προς τους συμμάχους, αποτρέποντας τους αντιπάλους και ενισχύοντας την περιφερειακή ασφάλεια.
Results: 264, Time: 0.0647

Top dictionary queries

English - Greek