DISTORTING in Greek translation

[di'stɔːtiŋ]
[di'stɔːtiŋ]
στρέβλωση
distortion
warp
νόθευση
distortion
adulteration
falsification
rigging
falsifying
contamination
manipulation
spoliation
to distort
να στρεβλώσει
to distort
warp
skew
παραμορφωτικός
distorting
στρεβλωτικές
distorting
παραμορφώνοντας
deforming
distorting
disfiguring
παραποιώντας
διαστρέφοντας
στρεβλωτική
στρεβλωτικών

Examples of using Distorting in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
A practice distorting competition, adopted by a third country
Πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, την οποία ασκεί τρίτη χώρα
How is my personal Belief System distorting the actual truth of the situation?
Mε ποιο τρόπο το προσωπικό μου Σύστημα Πεποιθήσεων διαστρεβλώνει τη πραγματικότητα(αλήθεια) στη συγκεκριμένη περίπτωση;?
Voice distorting Oh, it is.
Φωνή που διαστρεβλώνει το OH, αυτό είναι.
Even in the distorting mirror, you look good.
Ακόμα και στον παραμορφωτικό καθρέφτη κούκλα είσαι.
They are deceiving, lying, distorting.
Που ψεύδονται, διαστρεβλώνουν.
It was the media's fault for distorting his statements.
Στη συνέχεια κατηγόρησε τα μέσα ενημέρωσης ότι διαστρέβλωσαν τις δηλώσεις του.
An excessive, discriminative, and structurally distorting crisis tax.
Ένας υπερβολικός φόρος για την κρίση που εισάγει διακρίσεις και δομικές στρεβλώσεις.
Historian by accusing him of distorting history and denying the Holocaust.
Εναντίον του Ανδρουλάκη κατηγορώντας τον ότι διαστρεβλώνει την ιστορία και ότι αμαυρώνει.
Hmm.[chuckles][gasps][voice distorting] Aw, you're worried.
Hmm.[συγκρατημένα γέλια][λαχανιάζει][φωνή που διαστρεβλώνει] Aw, εσείς ανησυχεί.
Chuckles[voice distorting] Singing Spider venom.
Συγκρατημένα γέλια[φωνή που διαστρεβλώνει] Τραγουδώντας δηλητήριο αραχνών.
Regional aid to such large investments entails a higher risk of distorting competition.
Οι περιφερειακές ενισχύσεις για τέτοιες µεγάλες επενδύσεις ενέχουν υψηλότερο κίνδυνο στρέβλωσης του ανταγωνισµού.
They're taking our incredibly tolerant views and distorting them.
Παίρνουν τις απίστευτα ανοιχτόμυαλες απόψεις μας και τις διαστρεβλώνουν.
In Beijing, has accused the monks of"distorting facts".
Η κεντρική θρησκευτική ηγεσία στο Πεκίνο κατηγόρησε τους καλόγερους ότι«διαστρεβλώνουν τα γεγονότα».
He subsequently accused the media of distorting his remarks.
Στη συνέχεια κατηγόρησε τα μέσα ενημέρωσης ότι διαστρέβλωσαν τις δηλώσεις του.
They should not themselves create restrictive, distorting or disruptive effects on international trade.
Αυτοί δεν επιφέρουν από μόνοι τους περιορισμούς, στρεβλώσεις ή διακοπές του διεθνούς εμπορίου.
plastic blocks toy, distorting mirror, etc.
πλαστικό παιχνίδι μπλοκ, παραμορφωτικό καθρέφτη κλπ.
The same official also accused the president's opponents of purposefully distorting his remarks.
Ο ίδιος αξιωματούχος κατηγόρησε τους αντιπάλους του προέδρου, πως επίτηδες διαστρέβλωσαν τις δηλώσεις του.
But they're not the only ones distorting the truth.
Όμως, δεν είναι μόνον αυτοί που παραποιούν την πραγματικότητα.
Distorting in lithuanian Dictionary latvian.
Αδιάκριτος στα λιθουανικά Λεξικό λετονικά.
Distorting in icelandic Dictionary lithuanian.
Αδιάκριτος στα ισλανδικά Λεξικό λιθουανικά.
Results: 659, Time: 0.0934

Top dictionary queries

English - Greek