PROPORTIONALITY in Greek translation

[prəˌpɔːʃə'næliti]
[prəˌpɔːʃə'næliti]
αναλογικότητα
proportionality
is proportionate
commensurability
αναλογία
ratio
proportion
analogy
rate
αναλογικότητας
proportionality
is proportionate
commensurability
αναλογίας
ratio
proportion
analogy
rate
αναλογικότητά
proportionality
is proportionate
commensurability

Examples of using Proportionality in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
It would violate the constitutional principle of proportionality.
Παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
synergy, proportionality and composition.
τη συνέργεια, την αναλογικότητα και τη σύνθεση.
Infringement of the principle of proportionality.
Προσβολή της αρχής της αναλογικότητας.
Annual report 2014 on subsidiarity and proportionality.
Ετήσια έκθεση του 2014 για την επικουρικότητα και την αναλογικότητα.
Punishment and the principle of proportionality.
Οι ποινές και η αρχή της αναλογικότητας.
These grounds include the necessity and proportionality of the Order.
Οι λόγοι αυτοί περιλαμβάνουν την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της εντολής.
Examination of respect for the principles of subsidiarity and proportionality.
Εξέταση της τήρησης των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.
Annual reports 2015-2016 on subsidiarity and proportionality.
Ετήσιες εκθέσεις 2015-2016 για την επικουρικότητα και την αναλογικότητα.
Breach of the principle of proportionality.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
necessity and proportionality of this measure.
την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα αυτού του μέτρου.
Infringement of the principle of proportionality.
Παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.
Section 7- Subsidiarity and proportionality.
Τμήμα 7: Επικουρικότητα και αναλογικότητα.
I am not sure what proportionality means.
Δεν είμαι σίγουρος τι σημαίνει αναλογικότητα.
The reason was proportionality.
Ο λόγος ήταν η αναλογικότητα.
The proportionality of the use of data in relation to the purpose.
Αναλογικότητας των δεδομένων σε σχέση με το σκοπό.
Proportionality, symmetry- it is harmonybetween different parts of the whole structure.
Αναλογικότητας, συμμετρία- είναι αρμονίαμεταξύ των διαφόρων τμημάτων της όλης δομής.
On the issue of proportionality, the Court.
Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, το Δικαστήριο.
Constitutional consolidation of the doctrines of Proportionality and Vertical power of human rights.
Συνταγματική κατοχύρωση των δογμάτων της Αναλογικότητας και της κάθετης δύναμης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Dose proportionality has been demonstrated from 25 to 60 micrograms per dose.
Έχει καταδειχτεί η αναλογικότητα της δόσης από 25 έως 60 μικρογραμμάρια ανά δόση.
The principle of proportionality.
Την αρχή της Αναλογικότητας.
Results: 3892, Time: 0.0704

Top dictionary queries

English - Greek