HAMPERING in Greek translation

['hæmpəriŋ]
['hæmpəriŋ]
παρακωλύοντας
παρακώλυση
obstruction
hindrance
impeding
blocking
hindering
hampering
disruption
impediment
εμπόδιο
obstacle
barrier
hindrance
hurdle
impediment
way
obstruction
constraint
hitch
setback
τροχοπέδη
brake
drag
obstacle
hindrance
holding back
hampering
hinder
impediment
impede
stumbling-block
εμπόδια
obstacle
barrier
hindrance
hurdle
impediment
way
obstruction
constraint
hitch
setback

Examples of using Hampering in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Financial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
These have resulted in over-production being exported to the developing countries, thus hampering the development of agriculture there.
Αυτές είχαν ως αποτέλεσμα η πλεονάζουσα παραγωγή να εξάγεται στις αναπτυσσόμενες χώρες, παρεμποδίζοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, την ανάπτυξη της γεωργίας εκεί.
23 tanks around Tula, hampering the Red Army's pursuit of the German Army.
23 άρματα γύρω από την Τούλα, παρακωλύοντας την καταδίωξη των γερμανικών στρατευμάτων από τον Κόκκινο Στρατό.
Constructive diplomacy is needed to prevent bilateral issues from hampering the overall accession process.
Για να μην σταθούν τα διμερή ζητήματα εμπόδιο στη συνολική ενταξιακή διαδικασία, απαιτείται εποικοδομητική διπλωματία.
Reducing European farmers' capacity and hampering their competitiveness and viability with a weak CAP budget would be counterproductive and short-sighted.
Μείωση του δυναμικού των ευρωπαίων γεωργών και η παρακώλυση της ανταγωνιστικότητας και της βιωσιμότητάς τους μέσω ενός αποδυναμωμένου προϋπολογισμού για την ΚΓΠ θα ήταν αντιπαραγωγική και κοντόφθαλμη.
low prices discourages companies from investing in green technology, thereby hampering the scheme's efficiency in combatting climate change.
χαμηλές τιμές αποθαρρύνουν τις εταιρείες να επενδύσουν σε πράσινες τεχνολογίες, παρεμποδίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα του συστήματος στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.
However, the bureaucratic framework established over decades and the inherent inefficiencies in public administration are hampering its effective functioning as well as the fulfillment of PA's objectives.
Ωστόσο, το παγιωμένο γραφειοκρατικό μοντέλο πολλών δεκαετιών και οι εγγενείς αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης αποτελούν τροχοπέδη για την αποτελεσματική λειτουργία της και την εκπλήρωση των στόχων της.
The evaluation of the application of this Directive2 has shown that some of its provisions seem to have hindered the take-up of the electronic money market, hampering technological innovation.
Από την αξιολόγηση της εφαρµογής της εν λόγω οδηγίας2 προκύπτει ότι ορισµένες από τις διατάξεις της παρεµπόδισαν µάλλον την ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρονικού χρήµατος, παρακωλύοντας την τεχνολογική καινοτοµία.
Let's not… reprimand them on the one hand… for hampering the column with prisoners…
Ας μην τους επιπλήττουμε απ' την μιά για παρακώλυση της φάλαγγας με αιχμαλώτους, και την άλλη φορά σε άλλο μέρος, να τους σύρουμε
political situation in the country, hampering the settlement process.
πολιτικής κατάστασης στη χώρα, παρεμποδίζοντας τη διαδικασία διευθέτησης.
budget restrictions are hampering many of its efforts to reduce the flow of illegal immigration.
οι περιορισμοί δαπανών στον προϋπολογισμό της, αποτελούν τροχοπέδη για πολλές από τις προσπάθειές της ώστε να μειωθεί η ροή της παράνομης μετανάστευσης.
This process must be carried forward because the current situation is hampering the internal market.
Πρέπει να σημειωθούν βήματα σε αυτή τη διαδικασία, διότι η παρούσα κατάσταση αποτελεί εμπόδιο για την εσωτερική αγορά.
Factors hampering an increase in tourist visits are said to include high prices,"shabby infrastructure","poor service" and the logistical difficulties of travel in a geographically enormous, underdeveloped country.
Στους παράγοντες που παρεμποδίζουν την αύξηση των τουριστικών αφίξεων περιλαμβάνεται οι υψηλές τιμές,"παλιά υποδομή,""κακή εξυπηρέτηση" και τις υλικοτεχνικές δυσκολίες του ταξιδιού σε μια γεωγραφικά τεράστια, υπανάπτυκτη χώρα.
Babacan criticised some EU member countries for hampering accession talks.
ο Μπαμπατζάν επέκρινε κάποιες χώρες-μέλη της ΕΕ για παρακώλυση των ενταξιακών συνομιλιών.
The result is a legislative framework that makes cross-border rights clearance calculation difficult, hampering end-users and cultural heritage organisations.
Η συνέπεια είναι ένα νομοθετικό πλαίσιο που καθιστά τον υπολογισμό της διασυνοριακής εκκαθάρισης δικαιωμάτων πολύ δύσκολο, παρεμποδίζοντας τους τελικούς χρήστες και τις οργανώσεις πολιτιστικής κληρονομιάς.
we abandoned it very quickly because in reality it was hampering the development of the information society.
αναγκαστήκαμε να τον καταργήσουμε συντόμως διότι αυτός αποτελούσε, στην ουσία, τροχοπέδη για την ανάπτυξη της κοινωνίας των πληροφοριών.
is increasingly under attack- dismissed as political correctness gone awry, as benefitting only select individuals, or as hampering swift responses to urgent challenges.
το σύστημα θεμελιωδών δικαιωμάτων δέχεται συνεχώς επιθέσεις- απορρίπτεται ως όφελος επιλεγμένων ατόμων ή ως εμπόδιο για ταχείες αντιδράσεις σε επείγουσες προκλήσεις.
(13)The main infrastructure bottleneck hampering the shift from road freight to other modes of transport is at the transhipment terminal level.
(13)Το κύριο σημείο συμφόρησης των υποδομών που παρεμποδίζει τη στροφή από τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές σε άλλους τρόπους μεταφοράς εντοπίζεται στο επίπεδο των τερματικών σταθμών μεταφόρτωσης.
political tensions serve only to increase concerns, as they are hampering the delivery of EU humanitarian aid
πολιτικές εντάσεις το μόνο που προκαλούν είναι μεγαλύτερες ανησυχίες, καθόσον παρεμποδίζουν την παροχή της ανθρωπιστικής βοήθειας από την ΕΕ
roads into the city, hampering the provision of food.
μονοπάτια μέσα στην πόλη, παρεμποδίζοντας την παροχή φαγητού.
slightly warm to avoid hampering digestion.
ελαφρώς ζεστό να αποτρέπεται η παρακώλυση της πέψης.
Results: 268, Time: 0.0939

Top dictionary queries

English - Greek